Ακολουθήστε μας και στο Facebook

Ο Το www.pierikoslogos.gr χωρίς να εγγυάται και συνεπώς να ευθύνεται, καταβάλλει τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια, ώστε οι πληροφορίες και το σύνολο του περιεχομένου να διέπονται από τη μέγιστη ακρίβεια, σαφήνεια, χρονική εγγύτητα, πληρότητα, ορθότητα και διαθεσιμότητα. Σε καμία περίπτωση, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της αμέλειας, δεν προκύπτει ευθύνη της ιστοσελίδας για οιαδήποτε ζημία τυχόν προκληθεί στον επισκέπτη / χρήστη εξ αφορμής αυτής της χρήσης του δικτυακού μας τόπου.

Ο Κάθε αναγνώστης του pierikoslogos.gr μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του στα σχόλια, όποιες κι αν είναι αυτές. Ωστόσο κάθε σχόλιο πρέπει να εγκριθεί από τους διαχειριστές της σελίδας, οπότε δημοσιεύεται λίγη ώρα μετά την καταχώρησή του. Τα μόνα σχόλια που απαγορεύονται και άρα διαγράφονται είναι όσα περιέχουν υβριστικές ή προσβλητικές εκφράσεις ή φωτογραφίες, αυτά που γράφονται μόνο για να προκαλέσουν αναταραχή ή προσωπική αντιπαράθεση με άλλους χρήστες (flaming), όσα διαφημίζουν εταιρίες, προϊόντα ή ανταγωνιστικές ιστοσελίδες και βέβαια τα κακόβουλα, βλαπτικά και επαναλαμβανόμενα μηνύματα (spam). Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σας!

Έπαινος για τα οικονομικά της δικτατορίας από την Τράπεζα της Ελλάδος!





Τολμηρή αποτίμηση έκδοσης του Κέντρου Έρευνας και Τεκμηρίωσης – Τι αναφέρει για φόρους, μισθούς, δάνεια, απαλλαγές, χρέος, ελλείμματα, ανεργία, πληθωρισμό.

Έκπληξη πρώτου μεγέθους αποτέλεσε για την εφημερίδα «Εστία» η ανάγνωση και μελέτη του πρώτου τόμου της σειράς «Η Ελληνική Οικονομία μετά το 1950, περίοδος 1950-1973: Ανάπτυξη, Νομισματική Σταθερότητα και Κρατικός Παρεμβατισμός» που εξέδωσε το Κέντρο Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης της Τράπεζας της Ελλάδος υπό την διοίκηση του Γιάννη Στουρνάρα.

Από το εξαιρετικά εμπεριστατωμένο κείμενο με αριθμούς και στατιστικά στοιχεία του συγγραφέα Χρυσάφη Ιορδάνογλου προκαλεί αίσθηση η λεπτομερής αποτύπωση και αποτίμηση άνευ ιδιαιτέρων πολιτικών κρίσεων της οικονομικής πολιτικής της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Το κείμενο είναι μεν αυστηρά επιστημονικό και τεχνοκρατικό αφήνοντας τα συμπεράσματα στον αναγνώστη, ωστόσο η μελέτη των σελίδων 143-172 δεν αφήνει ιδιαίτερες αμφιβολίες: Πρόκειται για προσεκτικό έπαινο της οικονομικής πολιτικής της δικτατορίας, η οποία για το μόνο που ελέγχεται είναι η υπερθέρμανση της οικονομίας με την επεκτατική πιστωτική της πολιτική και οι πληθωριστικές πιέσεις στο τέλος της θητείας της λίγο πριν την πτώση της.



Κατά τα λοιπά ο κύριος Ιορδάνογλου κάνει αναλυτική αναφορά στην στροφή της οικονομικής πολιτικής στον τουρισμό και στον οικιστικό τομέα τομείς στους οποίους υπερεπένδυσαν σε σύγκριση με τις κυβερνήσεις του Κέντρου οι δικτάτορες.

Στην εκτεταμένη χορήγηση στεγαστικών δανείων με ευνοϊκά επιτόκια σε ομάδες του πληθυσμού όπως αγρότες (μέσω της ΑΤΕ) εργάτες (μέσω της Κτηματικής Τραπέζης) και δημοσίους υπαλλήλους (μέσω του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου). Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο κύριος Ιορδάνογλου αυξήθηκαν σε συγκεκριμένες χρονιές κατά 43% τα δάνεια για τον οικιστικό τομέα και κατά 27% για τις επενδύσεις στον τουρισμό.

Στην μείωση της φορολογίας, η οποία όμως κατά τον συγγραφέα δεν είχε επίπτωση στα δημόσια έσοδα. Γίνεται αναφορά στην απόφαση για την κατάργηση του φόρου υπεραξίας, στην μείωση της κλιμακώσεως του φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων που είχε επιβάλλει η Ένωσις Κέντρου, στην αύξηση των αφορολόγητων ορίων για μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες και για τις οικογένειες με παιδιά, στην πλήρη απαλλαγή των αγροτών από την φορολογία, στην ρύθμιση αγροτικών χρεών ύψους 100.000 δραχμών, στην επιδότηση του επιτοκίου για τουριστικές επιχειρήσεις, στην αύξηση των ημερομισθίων τα έτη 1967 και 1968 κατά 15-19%, στα ελλείμματα που κατά τον συγγραφέα ήταν «μικρά και αντιστρέψιμα σε σύγκριση με την μεταπολιτευτική εμπειρία» (σελίδα 156), στο χρέος που βρισκόταν σε χαμηλά επίπεδα της τάξεως του 19,5% μικρότερο από ότι παρελήφθη από την Ένωση Κέντρου. Στο γεγονός επίσης ότι όπως υποστηρίζει ο κύριος Ιορδάνογλου «οι πληρωμές τόκων αντιπροσώπευαν ένα ασήμαντο ποσοστό του ΑΕΠ» (σελίδα 156).

Σε άλλα «φιλολαϊκά» μέτρα όπως η επέκταση της δωρεάν παιδείας που είχε αποφασίσει η Ένωση Κέντρου με την διανομή δωρεάν συγγραμμάτων.

Ο συγγραφέας βεβαίως υπενθυμίζει ότι η δικτατορία εφάρμοσε αυτή την πολιτική για να εξασφαλίσει την «λαϊκή ανοχή», ωστόσο δεν διστάζει σε τέσσερα σημεία του κεφαλαίου να υπογραμμίσει ότι:
«Απέδωσε το πλέγμα μέτρων» που εφαρμόστηκε για να ανακοπεί η επιβράδυνση των ετών 1965-1966 (οι ρυθμοί ανάπτυξης από 9% στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το 1967 είχαν πέσει στο 4,7%). Κατά τον κύριο Ιορδάνογλου με τα μέτρα για τον τουρισμό και τον οικιστικό τομέα «το 1968 η επιβράδυνση είχε ανακοπεί και η οικονομία μπήκε σε ανοδική τροχιά» (σελίδα 152)
«Τα έτη 1971, 1972 και 1973 η ελληνική οικονομία βρισκόταν κοντά στην πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της» (σελίδα 155)
«Στις αρχές του 1973 η ελληνική οικονομία βρισκόταν κοντά στην πλήρη απασχόληση». Η ανεργία είχε πέσει στο 2%. (σελίδα 160)
«Παρά την συμπίεση των μισθολογικών αυξήσεων και ειδικότερα των κατώτερων αμοιβών (μετά τις προγραμματισμένες αυξήσεις στο 15,6% για τους άνδρες και 19,4% για τις γυναίκες από τον προϋπολογισμό του 1967), άνοδος των πραγματικών αποδοχών και του βιοτικού επιπέδου σημειώθηκε σε όλες τις κατηγορίες μισθωτών» (σελίδα 164). Βεβαίως από το συγκεκριμένο κεφάλαιο δεν λείπει η κριτική κυρίως στην εμμονή στην πιστωτική επέκταση μετά την ανακοπή της επιβράδυνσης.

Ο συγγραφέας τονίζει ότι η πολιτική της δικτατορίας οδήγησε «στον κλονισμό της νομισματικής ισορροπίας της οικονομίας» (σελ 154) , ότι «οι επεκτατικές ωθήσεις μέσω των δημοσίων επενδύσεων συνέβαλαν στη δημιουργία συνθηκών υπερβάλλουσας ζήτησης» (σελ. 155) ότι « σημειώθηκε διεύρυνση του εμπορικού ισοζυγίου υλικών αγαθών το οποίο καλυπτόταν όμως από την εξίσου εντυπωσιακή αύξηση εισροών από τον τουρισμό, το ναυτιλιακό συνάλλαγμα, το μεταναστευτικό συνάλλαγμα και από εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό»(σελ 155) , ότι «το πρόβλημα ήταν και πάλι ότι η δικτατορία επιδίωκε να εξασφαλίσει λαϊκή ανοχή μέσα από την επιτάχυνση της ανάπτυξης γι αυτό και συνέχισε την επεκτατική πολιτική στα επόμενα πέντε χρόνια» (σελ 158).

Ο συγγραφέας θεωρεί «εσφαλμένη» την απόφαση της δικτατορίας να ακολουθήσει το δολάριο στην υποτίμηση του. Ο πληθωρισμός άρχισε να ανεβαίνει σταδιακά στο 4,3% το 1972 για να εκτοξευτεί λόγω της πετρελαϊκής κρίσης στο 15,5% το 1973 και στο 26.9% το 1974. «Η τιμή του πετρελαίου τετραπλασιάσθηκε και το δραματικό αυτό γεγονός βρήκε την οικονομία σε φάση ήδη υπάρχουσας πληθωριστικής έξαρσης» σημειώνει ο κύριος Ιορδάνογλου (σελ 161).

Η κριτική του εστιάζεται στο γεγονός-καταληκτικά-ότι επρόκειτο «για μη διατηρήσιμο boom», αν και σημειώνει ότι α) «στην διάρκεια της περιόδου 1967-73 οι επενδύσεις ως σύνολο, δημόσιες και ιδιωτικές αυξάνονταν με μέσο ρυθμό 10,6% ετησίως» και ότι «στην περίοδο 1967-1973 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν 7,6% οριακά χαμηλότερος από το 7,8% της περιόδου 1961-1966».

Το συγκεκριμένο κεφάλαιο του Κέντρου Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης της Τραπέζης της Ελλάδος αποτελεί έναν συγκεκαλυμμένο προσεκτικό έπαινο της οικονομικής πολιτικής της δικτατορίας την οποία παρουσιάζει όπως και των λοιπών προηγουμένων κυβερνήσεων βεβαίως μέχρι λεπτομέρειας μέσω στοιχείων που αντλήθηκαν από τους Εθνικούς Λογαριασμούς.

newsbreak
9.12.20
Ετικέτες

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

[blogger]

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget